Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ζευγάρι ζευγάρια
γενική ζευγαριού ζευγαριών
αιτιατική ζευγάρι ζευγάρια
κλητική ζευγάρι ζευγάρια

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ζευγάρι < αρχαία ελληνική ζευγάριον < ζεῦγος + κατάληξη υποκοριστικού -άριον

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /zɛv.ˈɣa.ɾi/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ζευγάρι ουδέτερο

  1. συνδυασμός δύο στοιχείων που αποτελούν ένα σύνολο
  2. δύο άνθρωποι που ενώνονται με τα δεσμά του γάμου ή συνδέονται ερωτικά
  3. δύο ζώα που οργώνουν μαζί ή σέρνουν μια άμαξα

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία