Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ζευγαρώνω < ζευγάρ- + -ώνω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /zɛv.ɣa.ˈɾɔ.nɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

ζευγαρώνω

  1. γίνομαι ζευγάρι με κάποιον / κάποια, αναπτύσσω ερωτική σχέση μαζί του / της
  2. (ζώα) εκτελώ τη διαδικασία αναπαραγωγής
  3. φέρνω σε επαφή άτομα ή ζώα διαφορετικού φύλου με σκοπό τη σύναψη σχέσης ή την επιλεγμένη γονιμοποίηση αντίστοιχα
  4. ταιριάζω ένα αντικείμενο με ένα άλλο πανομοιότυπό του που προϋπάρχει, ώστε να αποτελούν ζευγάρι

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία