Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ζευγαρώνω < ζευγάρ(ι) + -ώνω → δείτε τη λέξη ζεύγος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ze.vɣaˈɾo.no/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ζευ‐γα‐ρώ‐νω

  ΡήμαΕπεξεργασία

ζευγαρώνω, αόρ.: ζευργάρωσα, παθ.φωνή: ζευγαρώνομαι, π.αόρ.: ζευγαρώθηκα, μτχ.π.π.: ζευγαρωμένος[1]

  1. (αμετάβατο) γίνομαι ζευγάρι με κάποιον / κάποια, αναπτύσσω ερωτική σχέση μαζί του / της
  2. (μεταβατικό)
    1. (για ζώα) εκτελώ τη διαδικασία αναπαραγωγής
    2. φέρνω σε επαφή άτομα ή ζώα διαφορετικού φύλου με σκοπό τη σύναψη σχέσης ή την επιλεγμένη γονιμοποίηση αντίστοιχα
    3. ταιριάζω ένα αντικείμενο με ένα άλλο πανομοιότυπό του που προϋπάρχει, ώστε να αποτελούν ζευγάρι

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

→ και δείτε τη λέξη ζεύγος

ΚλίσηΕπεξεργασία

Παθητική φωνή: [1]

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. 1,0 1,1 με τύπους παθητικής φωνής - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.  (Αʹ έκδοση: 1998)