Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αναπαραγωγή αναπαραγωγές
γενική αναπαραγωγής αναπαραγωγών
αιτιατική αναπαραγωγή αναπαραγωγές
κλητική αναπαραγωγή αναπαραγωγές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αναπαραγωγή < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αναπαραγωγή θηλυκό

  1. (τεχνολογία) η παραγωγή αντιγράφων με βάση κάποιο πρότυπο ή κάποιου ήδη υπάρχοντος πρωτότυπου
     συνώνυμα: παραγωγή
  2. (βιολογία) η παραγωγή νέου οργανισμού μέσα από τη φυσική διαδικασία πολλαπλασιασμού

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία