Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Bosnia and Herzegovina.svg Βοσνιακά (bs) Επεξεργασία

Flag of Lithuania.svg Λιθουανικά (lt) Επεξεργασία

Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈpara/
para 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

para (pl) θηλυκό

  1. το ζευγάρι
    • άντρας και γυναίκα
    • το ζευγαράκι
    • δύο όμοια πράγματα
    • ένα αντικείμενο που συνήθως αποτελείται από δύο κομμάτια
      para rękawiczek - ζευγάρι γάντια
    • ένα αντικείμενο που μοιάζει να αποτελείται από δύο κομμάτια
      para nożyczek - ψαλίδι (το ψαλίδι γιατί έχει "δύο" τμήματα και η λέξη nożyczki είναι στον πληθυντικό)
    • το δεύτερο μέλος ενός ζευγαριού
      chciałam/em nauczyć dzieci tańczyć, ale jedno (dziecko) zostało bez pary - ήθελα να μάθω τα παιδιά να χορεύουν αλλά ένα (παιδί) έμεινε χωρίς ζευγάρι
  2. ο ατμός
  3. ο παράς (υποδιαίρεση τούρκικου νομίσματος)

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία



Lang-pt.gif Πορτογαλικά (pt) Επεξεργασία

Flag of Turkey.svg Τουρκικά (tr) Επεξεργασία