Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

match (en)

  ΡήμαΕπεξεργασία

match (en)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία


Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

match 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
match matchs

match (fr) αρσενικό

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

Ο πληθυντικός της παραδοσιακής ορθογραφίας ήταν (και είναι): matches.