Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

match (en)

  1. σπίρτο ή πυρείον
  2. αγώνας (αθλητικός), ματς
  3. ταίρι
  4. γάμος
  5. προσαρμογή
  6. αντιπαραβολή, αντιστοίχιση
    exact match - ακριβής αντιστοίχιση

  ΡήμαΕπεξεργασία

match (en)

  1. ταιριάζω, συνταιριάζω
  2. μάχομαι, πολεμώ
  3. ανταγωνίζομαι επάξια, με αξιώσεις
  4. προσαρμόζω
  5. αντιπαραβάλλω, αντιστοιχώ

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία


Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

match 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
match matchs

match (fr) αρσενικό

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

Ο πληθυντικός της παραδοσιακής ορθογραφίας ήταν (και είναι): matches.