Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σπίρτο τα σπίρτα
      γενική του σπίρτου των σπίρτων
    αιτιατική το σπίρτο τα σπίρτα
     κλητική σπίρτο σπίρτα
Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σπίρτο < (άμεσο δάνειο) ιταλική spirito (οινόπνευμα, πνεύμα) [1] < λατινική spiritus

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σπίρτο ουδέτερο

  1. μικρό επίμηκες κομμάτι ξύλο ή χαρτόνι που στη μιά του άκρη είναι καλυμμένο με εύφλεκτη ουσία και χρησιμοποιείται για το άναμμα φωτιάς
     συνώνυμα: πυρείον
  2. το οινόπνευμα
  3. το υδροχλωρικό οξύ (HCl)
  4. (μεταφορικά) πολύ έξυπνος άνθρωπος
    αυτό το παιδί είναι σπίρτο!

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία