Νέα ελληνικά (el) επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο γάμος οι γάμοι
      γενική του γάμου των γάμων
    αιτιατική τον γάμο τους γάμους
     κλητική γάμε γάμοι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία επεξεργασία

γάμος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική γάμος

  Προφορά επεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈɣa.mos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: γά‐μος

  Ουσιαστικό επεξεργασία

γάμος αρσενικό

  1. η επίσημη τελετή ένωσης δύο ατόμων, η γαμήλια τελετή
     συνώνυμα: νύμφευση, πάντρεμα, παντρειά
     αντώνυμα: διαζύγιο
  2. (κατ’ επέκταση) η αναγνωρισμένη από το νόμο συμβίωση δύο ανθρώπων, που έχει γίνει μετά από σύμφωνη με τη νομοθεσία διαδικασία
  3. (χριστιανισμός) ένα από τα επτά μυστήρια της εκκλησίας
  4. → δείτε και τον πληθυντικό γάμοι

Συγγενικά επεξεργασία

Σύνθετα επεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροι επεξεργασία

Εκφράσεις επεξεργασία

Δείτε επίσης επεξεργασία

  Μεταφράσεις επεξεργασία

  Πηγές επεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) επεξεργασία

  Ετυμολογία επεξεργασία

γάμος < λείπει η ετυμολογία

  Ουσιαστικό επεξεργασία

γάμος αρσενικό

  • η επίσημη τελετή ένωσης δύο ανθρώπων, η γαμήλια τελετή
    ※  7ος↑ αιώνας Ἡσίοδος, Ἔργα καὶ Ἡμέραι, 697 (695-697)
    Ὡραῖος δὲ γυναῖκα τεὸν ποτὶ οἶκον ἄγεσθαι, | μήτε τριηκόντων ἐτέων μάλα πόλλ᾽ ἀπολείπων | μήτ᾽ ἐπιθεὶς μάλα πολλά· γάμος δέ τοι ὥριος οὗτος·
    Στην ώρα σου γυναίκα στο σπίτι σου να φέρεις, | μήτε πάρα πολύ μικρότερος απ᾽ τα τριάντα χρόνια, | μήτε και πάρα πολύ μεγαλύτερος. Αυτός είναι ο κατάλληλος καιρός για γάμο.
    Μετάφραση (2001): Σταύρος Γκιργκένης, Θεσσαλονίκη: Ζήτρος @greek‑language.gr

Παράγωγα επεξεργασία

  • γαμέω
  • (Χρειάζεται επεξεργασία)

  Πηγές επεξεργασία