Ελληνικά (el)Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μονογαμία οι μονογαμίες
      γενική της μονογαμίας των μονογαμιών
    αιτιατική τη μονογαμία τις μονογαμίες
     κλητική μονογαμία μονογαμίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μονογαμία < μονο- + γάμος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μονογαμία θηλυκό

  1. (βιολογία), (ζωολογία): κατάσταση όπου το άρρεν ζευγαρώνει με ένα μόνο θήλυ και το ζευγάρωμα αυτό διαρκεί για πολλές εποχές, ή σ΄ όλη τη ζωή.
  2. (κοινωνιολογία), (θρησκεία): νόμιμη παρούσα κατάσταση κοινωνίας γάμου που υποστηρίζεται και από δύο μονοθεϊστικές θρησκείες

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • στη φύση περιπτώσεις μονογαμίας παρατηρείται κυρίως σε πουλιά, όπως π.χ. σε κύκνους, αντίθετα σε θηλαστικά απαντάται σπάνια.
  • ο άνθρωπος ανήκει στα πολυγαμικά ζώα, περιορίζεται στη μονογαμία εξ εθίμου και θρησκείας.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία