Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο γαμπρός οι γαμπροί
      γενική του γαμπρού των γαμπρών
    αιτιατική τον γαμπρό τους γαμπρούς
     κλητική γαμπρέ γαμπροί
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γαμπρός < μεσαιωνική ελληνική γαμπρός < αρχαία ελληνική γαμβρός < γαμέω (συγγένεια από γάμο ή ερωτική σχέση)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɣam.ˈbɾɔs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γαμπρός αρσενικό

  1. ο άντρας που παντρεύεται ή νυμφεύεται
    • ο γαμπρός περίμενε τη νύφη στα σκαλιά της εκκλησίας
    • γιατί ντύθηκες σαν γαμπρός;
  2. ο αρραβωνιαστικός
  3. ο όμορφος ή εύπορος νέος που πολλοί επιθυμούν να παντρέψουν με το παιδί τους
  4. (ειρωνικό) νέος που συχνάζει σε μέρος που υπάρχουν κορίτσια ή τα «κυνηγάει» φλερτάροντάς τα
  5. ο σύζυγος της κόρης μου, της αδελφής μου ή γενικότερα κάποιας συγγενή μου
    έρχεται η κόρη μου με το γαμπρό μου

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Εναλλακτικές μορφέςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • όρσε, γαμπρέ, κουφέτα
  • σα θέλει η νύφη κι ο γαμπρός
  • στο τέλος ξυρίζουν τον γαμπρό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία