Δείτε επίσης: εἰρωνικός

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ειρωνικός η ειρωνική το ειρωνικό
      γενική του ειρωνικού της ειρωνικής του ειρωνικού
    αιτιατική τον ειρωνικό την ειρωνική το ειρωνικό
     κλητική ειρωνικέ ειρωνική ειρωνικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ειρωνικοί οι ειρωνικές τα ειρωνικά
      γενική των ειρωνικών των ειρωνικών των ειρωνικών
    αιτιατική τους ειρωνικούς τις ειρωνικές τα ειρωνικά
     κλητική ειρωνικοί ειρωνικές ειρωνικά
όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ειρωνικός < αρχαία ελληνική εἰρωνικός

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /i.ɾo.niˈkos/ αρσενικό
ΔΦΑ : /i.ɾo.niˈci/ θηλυκό
ΔΦΑ : /i.ɾo.niˈko/ ουδέτερο

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ειρωνικός -ή -ό

  1. που περιέχει ειρωνεία, που κοροϊδεύει υπαινικτικά πρόσωπα, γεγονότα ή καταστάσεις
  2. που χρησιμοποιεί την ειρωνεία
  3. (ειδικότερα) που δείχνει να αποστασιοποιείται, ως λογοτεχνικός δημιουργός, από τους ήρωες του έργου ή κι από το ίδιο το έργο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία