Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ειρωνεία οι ειρωνείες
      γενική της ειρωνείας των ειρωνειών
    αιτιατική την ειρωνεία τις ειρωνείες
     κλητική ειρωνεία ειρωνείες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ειρωνεία < αρχαία ελληνική εἰρωνεία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ειρωνεία θηλυκό

  1. λόγος που χαρακτηρίζεται από δηκτική διάθεση και συνήθως λέει το αντίθετο από αυτό που εννοεί
  2. (στο έπος και την τραγωδία) η κατάσταση κατά την οποία ο ήρωας αγνοεί ουσιώδη ζητήματα που τον ενδιαφέρουν ή έχει εσφαλμένη αντίληψη γι' αυτά, ενώ ο αναγνώστης ή ο θεατής γνωρίζει την αλήθεια

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία