Άνοιγμα κυρίου μενού

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

νυμφίος < νυμφεύω < νύμφη

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νυμφίος νυμφίοι
γενική νυμφίου νυμφίων
αιτιατική νυμφίο νυμφίους
κλητική νυμφίε νυμφίοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

νυμφίος < αρχαία ελληνική νυμφίος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

νυμφίος αρσενικό

  1. αυτός που έρχεται σε κοινωνία γάμου, ο γαμπρός

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  1. Νυμφίος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία