Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Νυμφίος μεταγενέστερη ελληνική < αρχαία ελληνική νυμφίος.

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Νυμφίος αρσενικό, μόνο στον ενικό

  1. (θρησκεία) ο Ιησούς Χριστός

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • Νυμφίος της Εκκλησίας
  • Ιδού, ο Νυμφίος έρχεται

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία