Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κόρη οι κόρες
      γενική της κόρης των κορών
    αιτιατική την κόρη τις κόρες
     κλητική κόρη κόρες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κόρη < αρχαία ελληνική κόρη / κούρη < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ker- (αυξάνω)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈkɔ.ɾi/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κόρη θηλυκό

  1. η θυγατέρα
    έχει ένα γιο και δυο κόρες
  2. το κορίτσι, η κοπέλα
    "βλέπω μια κόρη κλαίει, σπαρακτικά θρηνεί ..." από τραγούδι του Μ. Θεοδωράκη
  3. (αρχαιολογία) άγαλμα νεαρής γυναίκας της αρχαϊκής εποχής

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία