Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η παρακόρη οι παρακόρες
      γενική της παρακόρης των παρακορών
    αιτιατική την παρακόρη τις παρακόρες
     κλητική παρακόρη παρακόρες
όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παρακόρη < παρα- + κόρη

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

παρακόρη θηλυκό


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία