Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

servante 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

servante (fr) θηλυκό

  1. η υπηρέτρια
  2. χαμηλό τραπέζι όπου τοποθετούνται τα πιάτα και τα ποτά για να διευκολυνθεί το σερβίρισμα του γεύματος σε μεγάλο τραπέζι που βρίσκεται δίπλα

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία