Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ιντερλίνγκουα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ιντερλίνγκουα θηλυκό

  • (γλώσσα) φτιαχτή, που έχει σκοπό να διευκολύνει την επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία