Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γαμήλιος < αρχαία ελληνική < γάμος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γαμήλιος

  • που αναφέρεται στη σύναψη του γάμου και την τελετή
γαμήλιο δώρο, γαμήλια τελετή, γαμήλια δεξίωση, γαμήλιο ταξίδι, γαμήλιο εμβατήριο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία