Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αρχαία εβραϊκά < αρχαία + εβραϊκά

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /aɾ.xa.ˈi.a ɛ.vɾa.i.ˈka/

  Πολυλεκτικός όροςΕπεξεργασία

αρχαία εβραϊκά ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία