Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αρχαία < αρχαία ελληνικά

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αρχαία ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  1. τα αρχαία ελληνικά, ως γλώσσα και ως σχολικό μάθημα
    αύριο θα γράψουμε διαγώνισμα στα αρχαία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

αρχαία