Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τριανταμία < → λείπει η ετυμολογία

  ΑριθμητικόΕπεξεργασία

τριανταμία ή τριάντα μία θηλυκό, αρσ, τριάντα ένας, ουδέτερο τριάντα ένα

  1. αριθμητικό αμέσως μετά το τριάντα και αμέσως πριν το τριάντα δύο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τριανταμία θηλυκό

  1. είδος χαρτοπαιγνίου που παίρνει το όνομά του από το άθροισμα της αξίας των παιγνιοχάρτων που όταν συγκεντρώσει ένας παίκτης κερδίζει

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία