Δείτε επίσης: παρακολουθῶ

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παρακολουθώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παρακολουθῶ, συνηρημένος τύπος του παρακολουθέω < (παρά) παρ- + ἀκολουθῶ

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pa.ɾa.ko.luˈθo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πα‐ρα‐κο‐λου‐θώ

  ΡήμαΕπεξεργασία

παρακολουθώ, αόρ.: παρακολούθησα, παθ.φωνή: παρακολουθούμαι/(παρακολουθιέμαι), π.πρτ.: παρακολουθούμουν/παρακολουθιόμουν, π.αόρ.: παρακολουθήθηκα, μτχ.π.π.: παρακολουθημένος

  1. ακολουθώ τις κινήσεις κάποιου κινούμενος μαζί με αυτόν ή κινώντας το βλέμμα μου
    ※  Απ' την πρώτη στιγμή που μπήκα στο λεωφορείο είχα την υποψία πως κάποιος με παρακολουθούσε. (Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, 1976 [μυθιστόρημα])
    • (μεταφορικά) για ήρωες μιας αφήγησης
      στο δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου παρακολουθούμε τον ήρωα στην προσπάθειά του να ξεφύγει από αυτούς που τον καταδιώκουν
  2. ακολουθώ κρυφά τις κινήσεις κάποιου για να μάθω κάτι γι' αυτόν
  3. ακούω τις τηλεφωνικές συνδιαλέξεις κάποιου με συσκευές υποκλοπής
     συνώνυμα: κατασκοπεύω
  4. συμμετέχω σε μάθημα, σεμινάριο ή άλλη μαθησιακή δραστηριότητα
  5. ακούω με προσοχή έναν ομιλητή και αντιλαμβάνομαι τη ροή της σκέψης του
  6. βλέπω ή ακούω με προσοχή τηλεοπτικές, ραδιοφωνικές εκπομπές, κινηματογραφικές ταινίες

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

και δείτε τις λέξεις ακολουθώ και ακόλουθος

ΚλίσηΕπεξεργασία

και προφορικό: παρακλουθιέμαι, κυρίως στον παρατατικό: παρακολουθιόμουν(α)[1]

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Ιορδανίδου, Άννα (1998, 8η έκδ.). Τα ρήματα της νέας ελληνικής. Αθήνα: Πατάκης (©1991, 1η έκδοση:1992). 
  2. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.  (Αʹ έκδοση: 1998)