Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παρακολουθώ < αρχαία ελληνική παρακολουθῶ < παρά + ἀκολουθῶ

  ΡήμαΕπεξεργασία

παρακολουθώ

  1. ακολουθώ τις κινήσεις κάποιου κινούμενος μαζί με αυτόν ή κινώντας το βλέμμα μου
    Απ' την πρώτη στιγμή που μπήκα στο λεωφορείο είχα την υποψία πως κάποιος με παρακολουθούσε. (Διδώ Σωτηρίου, Εντολή)
    • (μεταφορικά) για ήρωες μιας αφήγησης
      στο δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου παρακολουθούμε τον ήρωα στην προσπάθειά του να ξεφύγει από αυτούς που τον καταδιώκουν
  2. ακολουθώ κρυφά τις κινήσεις κάποιου για να μάθω κάτι γι' αυτόν
    ακούω τις τηλεφωνικές συνδιαλέξεις κάποιου με συσκευές υποκλοπής
     συνώνυμα: κατασκοπεύω
  3. συμμετέχω σε μάθημα, σεμινάριο ή άλλη μαθησιακή δραστηριότητα
  4. ακούω με προσοχή έναν ομιλητή και αντιλαμβάνομαι τη ροή της σκέψης του
  5. βλέπω ή ακούω με προσοχή τηλεοπτικές, ραδιοφωνικές εκπομπές, κινηματογραφικές ταινίες

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία