Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ακολουθώ < καθαρεύουσα ἀκολουθῶ < αρχαία ελληνική ἀκολουθέω-ῶ < ἀκόλουθος < α αθροιστικό + κέλευθος (οδός, πορεία)

  ΡήμαΕπεξεργασία

ακολουθώ

  1. πηγαίνω πίσω από κάποιον άλλον διανύοντας την ίδια διαδρομή με αυτόν
    της είχε γίνει έμμονη ιδέα και τον ακολουθούσε όπου πήγαινε κατά πόδας
  2. διανύω μια προκαθορισμένη διαδρομή προσέχοντας να μην ξεφύγω από αυτήν
    μπορείς να ακολουθήσεις μια συντομότερη διαδρομή
    • (μεταφορικά) ενεργώ σύμφωνα με μια αρχή ή ένα πρότυπο
      ακολουθώ την καρδιά μου / ακολουθώ τον δρόμο της καρδιάς/ δεν ακολουθώ τη γραμμή κανενός κόμματος
    • (μεταφορικά) για την εξέλιξη ενός μεγέθους
      φθίνουσα πορεία ακολουθεί ο πληθυσμός των μικρών νησιών
  3. είμαι ο επόμενος σε μια ακολουθία στοιχείων
    μετά την πρώτη φάση του PSI ακολουθεί η δεύτερη
  4. έρχομαι ως συνέπεια προηγούμενων γεγονότων
    ποιος ξέρει τι θα ακολουθήσει μετά τις σημερινές εξελίξεις

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία