Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πρεσβεύω < από το αρχαίο "πρέσβυς -είμαι ηλικιωμένος,υπηρετώ ως πρέσβυς-. μεταγενέστερα πήρε τη σημασία του "αποδέχομαι" , "πιστεύω".

  ΡήμαΕπεξεργασία

πρεσβεύω


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία