Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πρωτείο τα πρωτεία
      γενική του πρωτείου των πρωτείων
    αιτιατική το πρωτείο τα πρωτεία
     κλητική πρωτείο πρωτεία
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πρωτείο < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πρωτείο ουδέτερο

  1. Η πρώτη θέση, η απόλυτη υπεροχή που έχει κάποιος ή κτ. σε κπ. τομέα δραστηριότητας


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία