Δείτε επίσης: πρέσβης

Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
πρεσβῠ- πρεσβε-
ονομαστική πρέσβῠς οἱ πρέσβεις
      γενική τοῦ πρέσβεως
πρέσβεος
τῶν πρέσβεων
      δοτική τῷ πρέσβει τοῖς πρέσβεσῐ(ν)
    αιτιατική τὸν πρέσβῠν τοὺς πρέσβεις
     κλητική ! πρέσβῠ πρέσβεις
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  πρέσβει
γεν-δοτ τοῖν  πρεσβέοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'πρέσβυς' όπως «πρέσβυς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πρέσβυς < λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πρέσβυς αρσενικό (θηλυκά: πρέσβα, πρέσβειρα, πρεσβηΐς, πρέσβις)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία