Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πρέσβειρα < αρχαία ελληνική πρέσβειρα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πρέσβειρα θηλυκό

  1. γυναίκα πρέσβης (πρεσβευτής) ή σύζυγος πρέσβη
  2. γυναίκα που αντιπροσωπεύει τη χώρα σε διεθνείς θεσμούς
    πρέσβειρα καλής θέλησης

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία