Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ακόλουθος ακόλουθοι
γενική ακολούθου ακολούθων
αιτιατική ακόλουθο ακολούθους
κλητική ακόλουθε ακόλουθοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ακόλουθος < αρχαία ελληνική ἀκόλουθος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.ˈkɔ.lu.θɔs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ακόλουθος αρσενικό ή θηλυκό

  1. αυτός που συνοδεύει κάποιον
  2. που ακολουθεί την σειριακή γεγονοτική λογική ακολουθία και φαντάζει συνεπής και πιθανός
    • που βγάζει νόημα, που έχει λογική

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ακόλουθος ακόλουθη ακόλουθο
γενική ακόλουθου ακόλουθης ακόλουθου
αιτιατική ακόλουθο ακόλουθη ακόλουθο
κλητική ακόλουθε ακόλουθη ακόλουθο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ακόλουθοι ακόλουθες ακόλουθα
γενική ακόλουθων ακόλουθων ακόλουθων
αιτιατική ακόλουθους ακόλουθες ακόλουθα
κλητική ακόλουθοι ακόλουθες ακόλουθα

ακόλουθος αρσενικό ή θηλυκό

  1. αυτός που έπεται χρονικά, που είναι μετά
  2. που αναφέρεται αμέσως μετά (σε προφορικό ή γραπτό λόγο)

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία