Δείτε επίσης: ακόλουθος

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ ἀκόλουθος τὸ ἀκόλουθον οἱ, αἱ ἀκόλουθοι τὰ ἀκόλουθα
Γενική τοῦ, τῆς ἀκολούθου τοῦ ἀκολούθου τῶν ἀκολούθων τῶν ἀκολούθων
Δοτική τῷ, τῇ ἀκολούθῳ τῷ ἀκολούθῳ τοῖς, ταῖς ἀκολούθοις τοῖς ἀκολούθοις
Αιτιατική τὸν, τὴν ἀκόλουθον τὸ ἀκόλουθον τοὺς, τὰς ἀκολούθους τὰ ἀκόλουθα
Κλητική ἀκόλουθε ἀκόλουθον ἀκόλουθοι ἀκόλουθα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ἀκολούθω
Γενική-Δοτική ἀκολούθοιν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀκόλουθος < ἀ- + κέλευθος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kel-

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ἀκόλουθος

  1. που ακολουθεί
  2. υπηρέτης
  3. επακόλουθος
  4. σύμφωνος

  ΠηγέςΕπεξεργασία