Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο πηγεμός οι πηγεμοί
      γενική του πηγεμού των πηγεμών
    αιτιατική τον πηγεμό τους πηγεμούς
     κλητική πηγεμέ πηγεμοί
Κατηγορία όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πηγεμός < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πηγεμός αρσενικό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία