Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πηγαινοέρχομαι < πηγαίνω + έρχομαι

  ΡήμαΕπεξεργασία

πηγαινοέρχομαι παρατ.: πηγαινοερχόμουν (μόνο στο ενεστωτικό θέμα)

  1. πηγαίνω και έρχομαι διαρκώς
    πηγαινοέρχομαι στο ταχυδρομείο αλλά το δέμα παραμένει άφαντο
  2. συχνάζω
    βλέπω πολύ κόσμο να πηγαινοέρχεται στο σπίτι της

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία