Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

έρχομαι < αρχαία ελληνική ἔρχομαι < ιαπετικής ρίζας με μεγάλο εύρος πιθανών ριζών ανάλογα με το χρόνο και την έγκλιση

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈɛɾ.xɔ.mɛ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

έρχομαι, αορ. ήλθα και ήρθα, παρακείμενος: έχω έρθει, μετοχή ερχόμενος

  1. μετακινούμαι από έναν τόπο μακρινότερο σε κάποιον κοντινότερο
    η κακοκαιρία έρχεται συνήθως από δυτικά
    • φτάνω
      μας ήρθε ένα δέμα από το Παρίσι
    • επιστρέφω
      πού είναι ο Γιάννης; Τώρα έρχεται
    • προχωρώ μαζί με κάποιον
      φεύγετε; έρχομαι μαζί σας
    • η προστακτική χρησιμοποιείται και για να προσκαλέσουμε κάποιον
      ελάτε αύριο για φαγητό
  2. είμαι ίσος στο μέγεθος, φτάνω
    ψήλωσε το παιδί. Τώρα μου έρχεται ως τον ώμο
  3. (για ρούχα) ταιριάζω στο μέγεθος
    δεν μου έρχεται καλά αυτό το παντελόνι. Πρέπει να το κοντύνω
  4. (επίσημο) συμμετέχω μαζί με άλλον/άλλους σε κάτι κοινό
  5. (στο γ' πρόσωπο, για ιδέα ή παρόρμηση)
    δεν ξέρω τι μου ήρθε και το 'κανα αυτό, πάντως το μετάνιωσα πικρά
    πώς σου ήρθε αυτό; (για συνήθως παράδοξες ιδέες)

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΑντώνυμαΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία