Δείτε επίσης: ἀντεπεξέρχομαι

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αντεπεξέρχομαι < αρχαία ελληνική ἀντεπεξέρχομαι < ἀντί + ἐπί + ἐκ + ἔρχομαι

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /an.dɛ.pɛ.ˈksɛɾ.xɔ.mɛ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

αντεπεξέρχομαι

οι μαθητές καταβάλλουν μεγάλη προσπάθεια να αντεπεξέλθουν στις σχολικές τους υποχρεώσεις

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  1. η αρχική σημασία ήταν "βγαίνω για να αντιμετωπίσω μια επίθεση" κι, επομένως, "αντεπιτίθεμαι". Η σημερινή σημασία είναι αποτέλεσμα σημασιολογικής εξέλιξης
  2. ο εσφαλμένος τύπος ανταπεξέρχομαι (με -α-) έχει προκύψει μετά από ανομοίωση των αλλεπάλληλων ε...ε... ή έχει παρασυσχετιστεί ετυμολογικά με σύνθετα όπως ανταποδίδω, ανταποκρίνομαι κ.λπ.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία