Αγγλικά (en) Επεξεργασία

ενεστώτας manage
γ΄ ενικό ενεστώτα manages
αόριστος managed
παθητική μετοχή managed
ενεργητική μετοχή managing

  Ετυμολογία Επεξεργασία

manage < παλαιά γαλλική manege < παλαιοϊταλική maneggiare < λατινική manus

  ΡήμαΕπεξεργασία

manage (en)

  1. διαχειρίζομαι, διευθύνω
    Her father manages the company.
    Ο πατέρας της διαχειρίζεται την εταιρεία.
  2. αντεπεξέρχομαι, καταφέρνω
    Despite the difficulties, he managed to win the game.
    Παρά τις δυσκολίες, κατάφερε να νικήσει τον αγώνα.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία