Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βολεύω < *εὐβολεύω < ελληνιστική κοινή εὐβολῶ (εὐβολέω, εὔβολος) για το εύστοχο ρίξιμο των ζαριών < εὖ + -βολος (βολή)[1][2]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /vɔˈlɛ.vɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

βολεύω, αόρ.: βόλεψα, παθ.φωνή: βολεύομαι, π.αόρ.: βολεύτηκα, μτχ.π.π.: βολεμένος, τριτοπρόσωπο βολεύει

  1. τακτοποιώ πράγματα, ώστε να χωρέσουν κάπου
    πρέπει να βολέψω όλα αυτά τα ντοσιέ στο γραφείο μου
  2. κάνω κάποιον να νιώσει άνετα, παρέχοντάς του χώρο
    περίμενε λίγο, μέχρι να σε βολέψω
  3. (μεταφορικά) εξασφαλίζω σε κάποιον εργασία
    μια χαρά τον βόλεψαν στο υπουργείο
  4. (μεταφορικά) βάζω κάποιον στη θέση του, του φέρομαι όπως του αξίζει
    θα σου τον βολέψω εγώ!
  5. (στο τρίτο πρόσωπο)
    αυτά τα παπούτσια δεν με βολεύουν
    δεν βολεύει αυτή η λύση βρε Κώστα, σκέψου κάτι άλλο" (δεν εξυπηρετεί την κατάσταση)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. βολεύω στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 
  2. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.