Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βολεματίας < βολεύομαι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βολεματίας αρσενικό

  1. λέξη της αργκό για εκείνον που λειτουργεί χωρίς αρχές, με στόχο να εξυπηρετεί τα καθαρά προσωπικά του συμφέροντα και να μην έρχεται ποτέ σε δύσκολη θέση, εκείνος που θέλει να είναι πάντα άνετος ανεξαρτήτως του τι συνεπάγεται αυτό για το κοινωνικό σύνολο



  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία