Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική κοινωνικός κοινωνική κοινωνικό
γενική κοινωνικού κοινωνικής κοινωνικού
αιτιατική κοινωνικό κοινωνική κοινωνικό
κλητική κοινωνικέ κοινωνική κοινωνικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κοινωνικοί κοινωνικές κοινωνικά
γενική κοινωνικών κοινωνικών κοινωνικών
αιτιατική κοινωνικούς κοινωνικές κοινωνικά
κλητική κοινωνικοί κοινωνικές κοινωνικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κοινωνικός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κοινωνικός

  1. που αναφέρεται στην κοινωνία, το οργανωμένο σύνολο ανθρώπων
    οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες οδήγησαν σε κοινωνική έκρηξη
  2. (για άτομα) εξωστρεφής και ομιλητικός, που έχει διάθεση για συναναστροφή και επικοινωνία με τους άλλους ανθρώπους
     συνώνυμα: ευκοινώνητος
     αντώνυμα: εσωστρεφής, μοναχικός, ακοινώνητος


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία