Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική μοναχικός μοναχική μοναχικό
γενική μοναχικού μοναχικής μοναχικού
αιτιατική μοναχικό μοναχική μοναχικό
κλητική μοναχικέ μοναχική μοναχικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μοναχικοί μοναχικές μοναχικά
γενική μοναχικών μοναχικών μοναχικών
αιτιατική μοναχικούς μοναχικές μοναχικά
κλητική μοναχικοί μοναχικές μοναχικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μοναχικός < μόνος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /mɔ.na.çi.ˈkɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /mɔ.na.çi.ˈci/ θηλυκό
ΔΦΑ : /mɔ.na.çi.ˈkɔ/ ουδέτερο

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μοναχικός, -ή, -ό

  1. που αρέσκεται να ζει στη μοναξιά, που επιδιώκει να ζει μόνος
  2. που είναι μόνος
  3. (τόπος) απομονωμένος
  4. (πράξη) που γίνεται από ένα άτομο,χωρίς τη συμμετοχή άλλων
  5. που σχετίζεται με τον μοναχό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία