Δείτε επίσης: ἐπικοινωνία

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η επικοινωνία οι επικοινωνίες
      γενική της επικοινωνίας των επικοινωνιών
    αιτιατική την επικοινωνία τις επικοινωνίες
     κλητική επικοινωνία επικοινωνίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επικοινωνία < (διαχρονικό) αρχαία ελληνική ἐπικοινωνία (αμοιβαία σχέση) < ἐπικοινωνέω (< ἐπι + κοινωνέω) & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική communication[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /e.pi.ci.noˈni.a/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ε‐πι‐κοι‐νω‐νί‐α

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

επικοινωνία θηλυκό

  1. η ανταλλαγή απόψεων, συναισθημάτων, ιδεών, σκέψεων μεταξύ δύο ή περισσότερων προσώπων
  2. η ανταλλαγή σημάτων μεταξύ δύο ή περισσότερων συστημάτων

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΥπώνυμαΕπεξεργασία

  • (πληροφορική, τηλεπικοινωνίες) διεπαφή

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία