Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική επικοινωνία επικοινωνίες
γενική επικοινωνίας επικοινωνιών
αιτιατική επικοινωνία επικοινωνίες
κλητική επικοινωνία επικοινωνίες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επικοινωνία < αρχαία ελληνική ἐπικοινωνία < ἐπικοινωνέω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

επικοινωνία θηλυκό

  1. η ανταλλαγή απόψεων, συναισθημάτων, ιδεών, σκέψεων μεταξύ δύο ή περισσότερων προσώπων
  2. η ανταλλαγή σημάτων μεταξύ δύο ή περισσότερων συστημάτων

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΥπώνυμαΕπεξεργασία

  • (πληροφορική, τηλεπικοινωνίες) διεπαφή

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία