Ελληνικά (el)Επεξεργασία

 
πίνακας που απεικονίζει ιερέα την ώρα που κοινωνεί

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κοινωνώ < μεσαιωνική ελληνική κοινωνῶ (παρόμοια σημασία) < αρχαία ελληνική κοινωνέω / κοινωνῶ < κοινωνός < κοινός

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ci.noˈno/

  ΡήμαΕπεξεργασία

κοινωνώ

  1. (θρησκεία) (αμετάβατο) λαμβάνω τη Θεία Κοινωνία (ως πιστός)
  2. (θρησκεία) (μεταβατικό) δίνω τη Θεία Κοινωνία (ο ιερέας στον πιστό))

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία