Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σύστημα τα συστήματα
      γενική του συστήματος των συστημάτων
    αιτιατική το σύστημα τα συστήματα
     κλητική σύστημα συστήματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σύστημα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σύστημα < συνίστημι, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική système και αγγλική system < αρχαία ελληνική σύστημα[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈsi.sti.ma/
τυπογραφικός συλλαβισμός: σύ‐στη‐μα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σύστημα ουδέτερο

  1. σύνολο μερών ή πραγμάτων με στενή σχέση ενότητας ή αλληλεξάρτησης στην πραγμάτωση κάποιου στόχου, ή εργασίας, ή ισορροπίας.
    σύστημα τροφοδοσίας κινητήριων μηχανών
  2. μέθοδος κατασκευής, σύνθεσης, ανάλυσης, ή λειτουργίας
  3. συνδυασμός επιλογής τρόπων λειτουργίας, εκπαίδευσης κ.λπ.
    εκπαιδευτικό σύστημα
  4. ακολουθούμενη τακτική, ή θεωρία χωρίς παρέκκλιση
    κατά σύστημα
  5. (πληροφορική) το υλικό (hardware) και το λογισμικό (software) ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

πληροφορική:

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ σύστημᾰ τὰ συστήμᾰτ
      γενική τοῦ συστήμᾰτος τῶν συστημᾰ́των
      δοτική τῷ συστήμᾰτ τοῖς συστήμᾰσῐ(ν)
    αιτιατική τὸ σύστημᾰ τὰ συστήμᾰτ
     κλητική ! σύστημᾰ συστήμᾰτ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  συστήμᾰτε
γεν-δοτ τοῖν  συστημᾰ́τοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'ὄνομα' όπως «ὄνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

ζητούμενο λήμμα

  ΠηγέςΕπεξεργασία