Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ηλεκτρονικός υπολογιστής < ηλεκτρονικός & υπολογιστής < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική electronic computer

  Πολυλεκτικός όροςΕπεξεργασία

ηλεκτρονικός υπολογιστής αρσενικό (συντομογραφία: Η/Υ)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία