Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η επεξεργασία οι επεξεργασίες
      γενική της επεξεργασίας των επεξεργασιών
    αιτιατική την επεξεργασία τις επεξεργασίες
     κλητική επεξεργασία επεξεργασίες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επεξεργασία < επί + εξ + εργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

επεξεργασία θηλυκό

  • διόρθωση,τροποποίηση ενός έργου, μίας πνευματικής δημιουργίας, έτσι ώστε να πάρει την τελική του μορφή

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία