Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία elΕπεξεργασία

νέα ελληνικά: εξ- < αρχαία ελληνική πρόθημα: ἐξ- < αρχαία ελληνική επίρρημα: ἔξω

  ΠρόθημαΕπεξεργασία

  • έξω, κάτι εξωτερικό - επιφανειακό ή που βρίσκεται απ' έξω
  • κάτι φυγόκεντρο, που έχει τάση, στόχο, σκοπό ή αιτία / που κοιτά, βρίσκεται, δρα, κινείται / με κατευθυντικότητα προς τα έξω ή έξω-εξωτερικά