Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

traitement de texte, → δείτε τις λέξεις traitement και texte

  Πολυλεκτικός όροςΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
traitement de texte traitements de texte

traitement de texte (fr) αρσενικό

  1. (πληροφορική) η επεξεργασία κειμένου
  2. (συνεκδοχικά) ο επεξεργαστής κειμένου
     συνώνυμα: texteur