Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /tʁɛt.mɑ̃/
traitement 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

traitement (fr) αρσενικό

  1. η θεραπεία, ιατρική φροντίδα
  2. η επεξεργασία
  3. η μεταχείριση, η αντιμετώπιση
    traitement spécial- ειδική μεταχείριση
  4. ο ψεκασμός
  5. ο μισθός

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  • δείτε τη λέξη traiter