Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η φροντίδα οι φροντίδες
      γενική της φροντίδας των φροντίδων
    αιτιατική τη φροντίδα τις φροντίδες
     κλητική φροντίδα φροντίδες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φροντίδα < μεσαιωνική ελληνική φροντίδα < αρχαία ελληνική φροντίς < φρονέω / φρονῶ < φρήν < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *gʷʰren- (νους, ψυχή)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /fɾɔn.ˈdi.ða/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φροντίδα θηλυκό

  1. η έγνοια και το ενδιαφέρον καθώς και η έμπρακτη εκδήλωσή τους προς κάποιον ή κάτι
  2. αγωνία, σκοτούρα, ανησυχία
  3. προσπάθεια

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία