Δείτε επίσης: ἀγωνία, αγονία, ἀγονία

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αγωνία οι αγωνίες
      γενική της αγωνίας των αγωνιών
    αιτιατική την αγωνία τις αγωνίες
     κλητική αγωνία αγωνίες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αγωνία < αρχαία ελληνική ἀγωνία < ἀγών < ἄγω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂eǵ- (ἄγω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αγωνία θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία