Δείτε επίσης: ἀγωνία, αγονία, ἀγονία

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αγωνία οι αγωνίες
      γενική της αγωνίας των αγωνιών
    αιτιατική την αγωνία τις αγωνίες
     κλητική αγωνία αγωνίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αγωνία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀγωνία[1] < ἀγών < ἄγω < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂eǵ- (ἄγω)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.ɣoˈni.a/
τυπογραφικός συλλαβισμός: α‐γω‐νί‐α
ομόηχο: αγονία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αγωνία θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

και δείτε τις λέξεις αγώνας και άγω

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία