Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άγχος άγχη
γενική άγχους αγχών
αιτιατική άγχος άγχη
κλητική άγχος άγχη

  Ετυμολογία Επεξεργασία

άγχος < αρχαία ελληνική ἄγχος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈaŋ.xɔs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

άγχος ουδέτερο

  • ψυχοσωματική κατάσταση κατά την οποία το άτομο νιώθει πίεση από το βάρος των υποχρεώσεών του, φόβο και ανησυχία, πολλές φορές αόριστη, κάτι που μπορεί να εξελιχτεί και σε μόνιμη ψυχοπαθολογική κατάσταση

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία