Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

anxiety (en)

  1. αγωνία, άγχος (νευρικότητα)
  2. αγωνία, ανησυχία (φόβος)
  3. ανυπομονησία